Τεγέᾳ

Τεγέαι , Τεγέα
of
fem nom/voc pl
Τεγέᾱͅ , Τεγέα
of
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Τεγέα — Τεγέᾱ , Τεγέα of fem nom/voc/acc dual Τεγέᾱ , Τεγέα of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγέα — Oνομασία αρχαίων ελληνικών πόλεων. 1. Πόλη της Κρήτης. Κατά την παράδοση την έχτισε ο Αγαμέμνονας, γυρνώντας από την Τροία. Στην ίδια παράδοση ο βασιλιάς των Μυκηνών έχτισε στο νησί και 2 άλλες πόλεις. Ο Στέφανος Βυζάντιος όμως γράφει: «έστι και… …   Dictionary of Greek

  • Τεγέα — Sp Tegėja Ap Τεγέα/Tegea L ist. mst. P Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • τέγεα — τέγεος at neut nom/voc/acc pl τέγος roof neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγέας — Τεγέᾱς , Τεγέα of fem acc pl Τεγέᾱς , Τεγέα of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Tegea — Τεγέα Tegea …   Wikipedia Español

  • Τεγεατικόν — Τεγεᾱτικόν , Τεγεατικός of masc acc sg Τεγεᾱτικόν , Τεγεατικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεάτας — Τεγεά̱τᾱς , Τεγεάτης of masc acc pl Τεγεά̱τᾱς , Τεγεάτης of masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγέαν — Τεγέᾱν , Τεγέα of fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τεγεατικοῖς — Τεγεᾱτικοῖς , Τεγεατικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.